Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

ΓΚΕΙ ΚΑΙ ΕΦΗΒΕΙΑ


Η κοινωνία ανέκαθεν καθόριζε τι είναι σωστό και αποδεκτό με πολύ στενά κριτήρια. Ήδη πριν μπει ένα παιδί στην εφηβεία γνωρίζει πάρα πολύ καλά τι θεωρείται «φυσιολογικό» από την κοινωνία και τι όχι· ξέρει πολύ καλά ποιοι είναι οι κανόνες στην οικογένειά του και στα πλαίσια όπου κινείται (σχολείο, γειτονιά, κ.τ.λ.). Ξέρει επίσης, σημαντικότερο, τι απαιτείται από εκείνο προκειμένου να γίνει αποδεκτό σε αυτά τα πλαίσια.

Καθώς το παιδί φεύγει από την ασφάλεια της παιδικής ηλικίας και προσπαθεί να βρει τον δρόμο του προς την ανεξαρτησία και την υπευθυνότητα της ενηλικίωσης, είναι ζωτικό να έχει μια αίσθηση ότι «ανήκει» κάπου, ώστε να συνδεθεί με το περιβάλλον του. Αν υποψιάζεται ότι «διαφέρει» από τους άλλους που το περιστοιχίζουν και ειδικά αν αυτή η διαφορά αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, η προσπάθειά του να δομήσει την ταυτότητά του αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια.
Ο αόρατος γκέι έφηβος

Στην εφηβεία το παιδί αναζητά μια ταυτότητα, επιθυμεί να νιώσει ότι υπάρχει ως ξεχωριστό άτομο. Όλες μας θυμόμαστε πώς ήταν όταν δοκιμάζαμε ιδέες και απόψεις, ρούχα, μουσικές, παρέες, γούστα – σε μια προσπάθεια να «είμαστε» κάτι· να γίνουμε κάποιος, που θα είναι ταυτόχρονα ξεχωριστός αλλά και θα ανήκει κάπου.

Μια προτεραιότητα που έχει ένα παιδί στην εφηβεία (προεφηβικά και μετεφηβικά, 10-21 χρονών) ώστε να αναπτυχθεί σωστά ως άτομο (εξατομίκευση) είναι να πάψει να ταυτίζεται απόλυτα με τους γονείς του, προκειμένου να αναπτύξει τη δική του ώριμη, διακριτή ταυτότητα (Crespi & Sabatelli 1993). Η συμβιωτική, απόλυτη ταύτιση παιδιού-γονέα κατά την παιδική ηλικία μετασχηματίζεται σε μια αλληλοεξαρτόμενη, συμμετρική σχέση γονέα-παιδιού, η οποία επιτρέπει στο παιδί να κάνει τις επιλογές του, να αναλαμβάνει ευθύνη για τις πράξεις του και να μην ταυτίζεται με τον κηδεμόνα του (Anderson & Sabatelli 1990).

Αν το παιδί είναι γκέι, ωστόσο, οι επιθυμίες του θεωρούνται άκυρες ή μη πραγματικές. Το παιδί νιώθει αόρατο. Μάλιστα καθίσταται αόρατο ακόμα και «επιστημονικά». Η αορατότητα των γκέι εφήβων στη βιβλιογραφία για την ψυχολογία της παιδικής ανάπτυξης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην «επιστημονική» εικασία ότι οι έφηβοι είναι υπερβολικά νέοι για να έχουν σταθερή, σχηματισμένη γκέι σεξουαλική ταυτότητα. Αυτή η άποψη ωστόσο καταρρίπτεται μέσα από έρευνες· πολλοί έφηβοι αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι από μικρή ηλικία (Martin, 1982· Hetrick and Martin, 1988· Herdt and Boxer, 1993). Οι γονείς είναι αυτοί που συνήθως το μαθαίνουν αργότερα, στην εφηβεία, όταν τα παιδιά νιώθουν την ανάγκη να δείξουν προς τα έξω αυτό που αισθάνονται μέσα τους από μικροί.

Κι έτσι καταλήγουμε να θεωρούμε ότι όλα τα παιδιά είναι ετεροφυλόφιλα, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Ακόμη και όταν τα παιδιά δηλώνουν ξεκάθαρα ότι νιώθουν ομοφυλόφιλα, και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία, αρκετοί ψυχοθεραπευτές επιμένουν ότι πρόκειται για «φάση», προκαλώντας ανυπολόγιστη ζημιά στην αυτοπεποίθηση, αυτοεικόνα και κριτική ματιά του παιδιού, αφού αφενός μεν ακυρώνουν το βίωμά του, αφετέρου δε εμμέσως του δηλώνουν ότι είναι καλύτερο να συμμορφωθεί με τα ετεροφυλόφιλα, «φυσιολογικά» στάνταρ.

Οι θεραπευτές με τέτοια στάση δεν είναι σπάνιοι. Η απροθυμία τους να πιστέψουν τους γκέι εφήβους στηρίζεται σε πολλές αναπόδεικτες θεωρητικές εικασίες, ενώ τροφοδοτείται επίσης από τη ρητή ή άρρητη επιθυμία των γονιών να «θεραπευτεί» το παιδί τους. Οι θεραπευτές που χαϊδεύουν τα αυτιά των γονιών με τέτοια αιτήματα διαψεύδουν τις πλέον βασικές αρχές για την ανάπτυξη της παιδικής σεξουαλικότητας. Φυσικά υπάρχουν έφηβοι που εκδηλώνουν κάποια στιγμή στη ζωή τους ενδιαφέρον για ομοφυλοφιλικές επαφές ίσως δε και να πειραματιστούν, χωρίς όμως αυτό να οδηγήσει απαραίτητα σε μια γκέι ταυτότητα στην ενήλικη ζωή τους. Αυτοί οι πειραματισμοί κάποιων εφήβων, όμως, δεν ακυρώνουν το γεγονός ότι υπάρχουν έφηβοι/ες που είναι απολύτως βέβαιοι για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Για την ακρίβεια, αυτή η βεβαιότητα θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν το βίωμά τους υποστηριζόταν και δεν κατακρινόταν, με αποτέλεσμα πολλά γκέι παιδιά να εύχονται αυτό που νιώθουν να μην είναι αλήθεια για αρκετά χρόνια.
Μαθαίνοντας το φύλο μας

Όλα τα παιδιά, γκέι ή στρέιτ, από πάρα πολύ μικρή ηλικία διδάσκονται ποιες είναι οι σωστές συμπεριφορές για κάθε φύλο: έτσι φέρονται τα αγόρια, έτσι τα κορίτσια. Στη δική μας κοινωνία, λόγου χάρη, τα αγόρια δεν πρέπει να κλαίνε, τα κορίτσια δεν πρέπει να είναι άγρια (Maccoby 1980). Και τα αγόρια και τα κορίτσια εισπράττουν μεγάλη αποδοκιμασία όταν δεν τηρούν τον «σωστό», αναμενόμενο ρόλο τους και φέρονται όπως το άλλο φύλο ή προτιμούν δραστηριότητες που παραδοσιακά ανήκουν στο άλλο φύλο.

Τα παιδιά μαθαίνουν από πολύ μικρή ηλικία ότι όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά κατατάσσεται σε ένα δίπολο, δύο μόνο κατηγορίες: ή αντρικό ή γυναικείο. Όταν οι κοινωνικά επιβεβλημένες έμφυλες ταμπέλες είναι πολύ άκαμπτες και αυστηρές, προκαλούν προβλήματα στους εφήβους, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουν αυτές τις ταμπέλες τα γκέι παιδιά διαφέρει από τον τρόπο που τις βιώνουν τα στρέιτ παιδιά. Μία βασική διαφορά είναι ότι το ετερόφυλο σεξουαλικό ενδιαφέρον των μελλοντικών ετεροφυλόφιλων θεωρείται φυσικό, δεδομένο, αναμενόμενο. Ακόμη κι όταν είναι πρόωρο – π.χ. σε πολύ μικρή ηλικία- αποθαρρύνεται μεν αλλά δεν καταδικάζεται. Αντιθέτως τα γκέι παιδιά που έχουν ομόφυλα σεξουαλικά συναισθήματα παίρνουν αποκλειστικά μηνύματα ντροπής και κατακραυγής για το πώς αισθάνονται.

Ένας γκέι άντρας μιλάει για το πώς ήταν όταν ήταν παιδί: «Είχα μια αίσθηση διαφορετικότητας χωρίς να ξέρω ακριβώς σε τι διέφερα. Θυμάμαι ότι είχα πολύ μεγάλη σεξουαλική περιέργεια για άλλους άντρες, για το σώμα τους, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα ενοχή γι’ αυτό. Και μόνο να αναφερόταν το θέμα της σεξουαλικότητας με άντρες ή αγόρια αισθανόμουν έναν κόμπο στο στομάχι, μια αίσθηση ότι ήταν κακό πράγμα, παρόλο που κανείς δεν μου το είχε πει. Δεν ξέρω από πού το είχα μάθει. Μεγαλώνοντας αυτό το συναίσθημα δεν έφυγε, και σταδιακά κατάλαβα ότι υπήρχε κάτι που πρέπει να κρατάω κρυφό, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιζόταν μια μέρα από μόνο του. Μου έλεγα να μην το σκέφτομαι ή ότι μεγαλώνοντας θα άρχιζα να βρίσκω ελκυστικές τις γυναίκες. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 12 όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτή η έλξη δεν θα έφευγε ποτέ. Ήμουν ένας από αυτούς. Ήμουν κι εγώ ομοφυλόφιλος».

Η αίσθηση διαφορετικότητας σίγουρα δεν είναι αποκλειστικότητα των γκέι εφήβων. Ένα παιδί μπορεί να οδηγηθεί να νιώσει διαφορετικό από τους γύρω του εξαιτίας πολλών παραγόντων και όχι μόνο λόγω σεξουαλικότητας ή κοινωνικού φύλου (σωματότυπος, καταγωγή κ.τ.λ).

Στους γκέι η αίσθηση διαφορετικότητας οφείλεται στη σεξουαλική τους ταυτότητα και μπορεί να επιδεινωθεί και από άλλες διαφορές, πραγματικές ή «κατασκευασμένες». Όταν το παιδί βάλλεται από παντού ως διαφορετικό, μπορεί να αναπτύξει διάφορους τρόπους άμυνας. Μερικές φορές η διαφορετικότητα γίνεται οχυρό πίσω από το οποίο ένα γκέι παιδί κρύβεται και προφυλάσσεται από την κατακραυγή και τις αποδοκιμασίες. Για να αντέξει λοιπόν αυτή την απομόνωση μπορεί να εμφανίσει διάφορες συμπεριφορές:

* Αυτοκαταστροφικές τάσεις, όπως χρήση ουσιών, αυτοτραυματισμοί, κατάθλιψη, αυτοκτονικοί ιδεασμοί.
* Αντιστάθμιση του υποβιβασμού που του επιβάλλεται μέσω ανάδειξης σε άλλους τομείς, π.χ. σχολικές επιδόσεις, αρίστευση σε κάποιο σπορ, τέχνη κ.τ.λ.
* Αντιστροφή της διαφοράς λόγω ελαττώματος σε διαφορά λόγω υπερτέρησης: «διαφέρω απ’ τους άλλους αλλά όχι επειδή είμαι χειρότερος αλλά επειδή είμαι ο καλύτερος».
* Εσωστρέφεια, αντικοινωνική συμπεριφορά, αποφυγή επαφών ή και πλήρη κοινωνική απομόνωση.
* Συγκάλυψη της διαφοράς και προσπάθεια να ενταχθεί στους «φυσιολογικούς» υιοθετώντας πολύ τυποποιημένες έμφυλες συμπεριφορές, ώστε να «αποδείξει» ότι είναι σαν τα άλλα παιδιά του φύλου του.

Τα παιδιά προγραμματίζονται από πάρα πολύ μικρή ηλικία στις δυαδικές κατηγοριοποιήσεις, π.χ. μεγάλο/μικρό, αντρικό/γυναικείο, καλό/κακό, όμορφο/άσχημο. Σύμφωνα με τον Kohlberg (1966), η πρώτη έννοια που μαθαίνουν τα παιδιά είναι το μεγάλο/μικρό και ύστερα το αντρικό/γυναικείο.

Τα παιδιά δημιουργούν έννοιες αφαιρετικά και σε αυτή την ηλικία οι έννοιες είναι χονδροειδώς υπερβολικά γενικευμένες και στερεοτυπικές. Όταν ρωτάς ένα δίχρονο να σου πει σε τι διαφέρει ένα αγόρι από ένα κορίτσι, θ’ ακούσεις κατά κανόνα διαχωρισμούς όπως: τα κορίτσια φοράνε φορέματα ή έχουν μακριά μαλλιά και τα αγόρια παντελόνια ή τσακώνονται (Kuhn, Nash, and Brucken, 1978). Οι βασικές υποκατηγορίες στο γενικό σύνολο αγόρι/κορίτσι είναι η εξωτερική εμφάνιση (μαλλιά, ρούχα) και η επιθετικότητα (τσακωμός). «Τα αγόρια τσακώνονται» είναι ένα στερεότυπο που τα παιδιά μαθαίνουν από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Αποκαλυπτικά για το πώς δομείται η συμπεριφορά των παιδιών είναι τα ευρήματα των Fagot και Leinbach (1993): όσο περισσότερο αναπτύσσουν τα μικρά κορίτσια την ικανότητα να ταξινομούν με βάση το φύλο, τόσο περισσότερο μειώνεται η επιθετικότητά τους (Coates and Wolfe, 1995).
Λάθος φύλο ή λάθος διδαχές;

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι η ομοφυλοφιλία συνδέεται με μια διαταραχή της ταυτότητας φύλου. (Dorner, 1986· Friedman, 1988). Πιθανώς τα δύο να συνδέονται, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζουμε. Ενώ πιστεύεται γενικά ότι η ομοφυλοφιλία εμφανίζεται σε μια προσωπικότητα ήδη διαταραγμένη ως προς την έμφυλη ταυτότητα, τελικά συμβαίνει το αντίθετο: τα πρώτα αισθήματα έλξης προς το ίδιο φύλο που νιώθει ένα παιδί που αργότερα θα γίνει γκέι το οδηγούν να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα του αρσενικού φύλου του.

Πιο απλά, ένα αγόρι δεν γίνεται γκέι επειδή είναι μπερδεμένο ως προς την ταυτότητα φύλου του. Αντιθέτως, τα μηνύματα που παίρνει πανταχόθεν επειδή είναι γκέι, το οδηγούν να αμφισβητήσει κατά πόσο ισχύει η αρσενική του ταυτότητα. Πώς να αισθανθεί ότι είναι αγόρι, όταν αυτό συνεχώς αμφισβητείται από τους γύρω του, όταν τα κριτήρια για το πώς (πρέπει να) είναι ένα αγόρι δεν συμπεριλαμβάνουν το δικό του βίωμα; Tα αγόρια διδάσκονται από πολύ μικρή ηλικία ότι πρέπει να νιώθουν έλξη μόνο για κορίτσια· κατά συνέπεια, τα αγόρια που νιώθουν έλξη για άλλα αγόρια, συχνά αναγκάζονται να αμφισβητήσουν το ίδιο τους το φύλο: Αν στα αγόρια αρέσουν τα κορίτσια, κι εμένα μου αρέσουν τα αγόρια, πάει να πει ότι είμαι κορίτσι. Κι ας μη νιώθει κορίτσι.

Κι έτσι ορισμένα αγόρια καταλήγουν στην εξής φαντασιωσική «λύση»: «Αφού μου αρέσουν τα αγόρια, όπως αρέσουν στα κορίτσια, τότε θα γίνω κι εγώ κορίτσι» (Benjamin, 1996). Όταν τα φύλα είναι κατηγοριοποιημένα τόσο άκαμπτα, αν δεν πληροίς τα κριτήρια για το «αγόρι», αναγκαστικά σού μένει μόνο η κατηγορία «κορίτσι». Σε ορισμένα γκέι αγόρια αυτό οδηγεί σε μια «αντιστροφή φύλου: θέλουν να ντύνονται και να φέρονται σαν το αντίθετο φύλο» (Herdt and Boxer, 1993).
Είναι υπερευαίσθητο!

Γενικά πιστεύεται ότι τα γκέι αγόρια αποφεύγουν τα άγρια παιχνίδια που παίζουν τα περισσότερα αγόρια. Αφενός πρέπει να τονιστεί ότι τέτοιου είδους παιχνίδια δεν τα αποφεύγουν μόνο τα γκέι αγόρια αλλά και παιδιά που όταν μεγαλώσουν γίνονται ετεροφυλόφιλα (Ackerly, 1968· Rist, 1992). Η απέχθεια των γκέι αγοριών για τα άγρια παιχνίδια συχνά αποδίδεται στην υπερευαισθησία τους (Green, 1987), αλλά πρόκειται για έναν αβασάνιστο αφορισμό.

Τα γκέι αγόρια μπορεί να αποφεύγουν τέτοιες καθημερινές τελετουργίες αντρικής συντροφικότητας για πολλούς λόγους: επειδή έχουν αποκλειστεί ερήμην τους από τέτοιες συντροφιές· επειδή φοβούνται ότι θα προδοθούν τα απαγορευμένα συναισθήματά τους και η έλξη τους, αν συναναστραφούν έτσι στενά με άλλα αγόρια· επειδή τα ίδια έχουν πειστεί ότι δεν ανήκουν σε αυτόν τον κύκλο, δεν είναι σαν τα άλλα αγόρια, αφού τους αρέσουν τα αγόρια.

Η διαφοροποίηση αυτών των αγοριών γίνεται ακόμη εντονότερη και συχνά τους αποδίδεται η ταμπέλα του θηλυπρεπούς. Όπως λέει ένα από αυτά: «Στο γυμνάσιο μου τη λέγανε συνεχώς για το πώς ντύνομαι, ότι είμαι θηλυπρεπής και γκέι. Ήμουν πολύ δυστυχισμένος. Μου φερόντουσαν απαίσια, παρότι εγώ δεν ενοχλούσα κανέναν. Και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν γι’ αυτό που ζούσα κάθε μέρα, ούτε στους γονείς μου, γιατί ντρεπόμουνα. Φοβόμουνα ότι κι αυτοί θα ντραπούν για μένα. Δεν ήθελα να μάθουν τι λέγεται για μένα. Κυκλοφορούσα κάθε μέρα μες στο άγχος ποιος θα με κράξει «αδελφή» ή «πούστη». Φοβόμουν να βγω στο προαύλιο και όταν αναγκαζόμουν να βγω, δεν κοιτούσα ποτέ τους άλλους στα μάτια. Ειδικά ένα αγόρι με έκραζε συνέχεια. Την πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη «αδελφή» ήξερα ότι είναι κάτι το κακό κι ας μην ήξερα τι σημαίνει ακριβώς. Έκανα πως δεν το άκουσα. Με εξόργιζε που μου φέρονταν έτσι απαίσια κι ας μην τους έκανα τίποτα. Στο σχολείο δεν με έπαιρνε να είμαι θυμωμένος, οπότε θύμωνα στο σπίτι μου, στους δικούς μου, ή με έπιανε κατάθλιψη και αποτραβιόμουν απ’ όλους και όλα. Μερικές φορές έκανα τον παλιάτσο στους άλλους, λέγοντας συνέχεια αστεία, γελώντας όλη την ώρα… Δεν είχα κανέναν να μιλήσω όταν ήμουν σ’ εκείνη την ηλικία, κόντευα να τρελαθώ. Πίστευα ότι κάτι πήγαινε πολύ στραβά με μένα…»
Μαθαίνοντας τη σεξουαλικότητα – ή όχι

Στην ύστερη εφηβεία, τα αγόρια και τα κορίτσια νιώθουν όλο και περισσότερα ερωτικά συναισθήματα, τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν άγχος άσχετα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Τα στρέιτ παιδιά, ωστόσο, έχουν κοινωνικά επιτρεπτές οδούς έκφρασης της σεξουαλικότητάς τους, όπως ραντεβού, φλερτ, χορούς, πάρτυ, εκδρομές, παρέες, όπου μαθαίνουν τις διαπροσωπικές δεξιότητες για να γνωρίζονται και να συνάπτουν σχέσεις. Μάλιστα βοηθιούνται πολύ στο πώς να φερθούν στις διαπροσωπικές αυτές συναναστροφές από τις συμβατικές εικόνες για τους ρόλους των φύλων, όπως αυτές μας διδάσκονται από μικρή ηλικία μέσα από ταινίες, τραγούδια, βιβλία, το σχολείο, την οικογένεια κ.ο.κ.

Αυτά τα τελετουργικά της συμβατικής εφηβείας δίνουν μαθήματα στα αγόρια και τα κορίτσια για το μέλλον, τους ενήλικους ετεροφυλόφιλους ρόλους τους. Αντιθέτως στα γκέι αγόρια προκαλούν αισθήματα άγχους, σύγχυσης και ντροπής (Hunter and Schaecher, 1995). Αρκετά γκέι αγόρια προσποιούνται ότι ενδιαφέρονται για κορίτσια, για να ταιριάξουν σε αυτό το μοντέλο, ενίοτε μάλιστα πασχίζουν να πείσουν τον εαυτό τους ότι αυτό που πραγματικά αισθάνονται είναι παροδικό. «Μου άρεσαν οι άντρες, αλλά αυτό με τρομοκρατούσε! Με πίεζα να μου αρέσουν τα κορίτσια. Ένιωθα φριχτά. Είχα μια τεράστια αγωνία μήπως δεν καταφέρω να μου αρέσουν τα κορίτσια και φοβόμουν μήπως γίνω “απ’ αυτούς”». (Herdt and Boxer, 1993).

Κατά συνέπεια πολλά γκέι αγόρια απομονώνονται και μένουν στο περιθώριο την ώρα που οι συνομήλικοί τους κοινωνικοποιούνται. Η ετεροκοινωνικοποίηση διαποτίζει την καθημερινή ζωή από πολύ μικρή ηλικία (π.χ. αγοράκια που «παντρεύονται» συμμαθήτριές τους στα πέντε), αλλά για τους γκέι υπάρχουν ελάχιστες εναλλακτικές διέξοδοι. Υποστηρίζεται ότι αυτή η απουσία κοινωνικοποίησης των γκέι στην εφηβεία αναπληρώνεται αργότερα, μετά τα είκοσί τους, όταν αρκετοί γκέι εκδηλώνουν «εφηβικές συμπεριφορές»: δημιουργούν κλίκες, δίνουν μεγάλη έμφαση στη συμμόρφωση σε σταθερά στυλ ντυσίματος, στην ιεραρχία με βάση την εμφάνιση και τη δημοφιλία, τις αθλητικές επιδόσεις, τους πειραματισμούς με σεξ και ναρκωτικά. Για κάποιους γκέι άντρες αυτή η «καθυστερημένη εφηβεία» είναι μια ευκαιρία να μάθουν τις κοινωνικές δεξιότητες και να βιώσουν τη σεξουαλικότητά τους, κάτι που τους ήταν απαγορευμένο στην εφηβεία.

Δυστυχώς αρκετοί γκέι δεν έχουν την ευκαιρία να κοινωνικοποιηθούν ούτε αργότερα στη ζωή τους, για διάφορους λόγους: κατοικούν σε τόπους χωρίς γκέι ζωή, έχουν τρομοκρατηθεί τόσο πολύ σε νεαρότερη ηλικία που δεν τολμούν να βγουν προς τα έξω, έχουν καταπνίξει τα πηγαία συναισθήματά τους και εξακολουθούν να τα αρνούνται, έχουν πειστεί ότι ποτέ δεν θα καταφέρουν να ζήσουν μια «φυσιολογική» ζωή με καλές συντροφικές σχέσεις, επειδή κάτι τέτοιο «απλά δεν συμβαίνει στα γκέι κυκλώματα». Όπως λέει ένας νέος γκέι άντρας: «Οι σχέσεις είναι μια ξένη γλώσσα που μιλάνε οι άλλοι. Μπορώ να προσποιηθώ ότι τη μιλάω κουτσά στραβά, αλλά δεν την καταλαβαίνω. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να τη μάθω ή να την εξασκήσω».

Η παντελής απουσία συμβατικών, αποδεκτών ομόφυλων σχέσεων καθ’ όλη την εφηβεία οδηγεί αρκετούς γκέι όταν μεγαλώσουν να πιστεύουν σθεναρά ότι είναι αδύνατο να υπάρξουν ευτυχισμένες γκέι σχέσεις. «Τι σόι σχέση να κάνουν δυο άντρες μαζί; Καλό το σεξ, αλλά μέχρι εκεί. Μόνο με μια γυναίκα μπορείς να καλυφθείς συναισθηματικά».

Εξυπακούεται ότι οι γκέι έφηβοι βιώνουν τεράστιο άγχος. Όπως έχουν δείξει πολλές έρευνες, οι γκέι έφηβοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονίας. Οι Herdt και Boxer (1993) αναφέρουν ότι σχεδόν το ένα τρίτο των γκέι εφήβων που συμμετείχαν στις ομάδες μελέτης τους είχαν προσπαθήσει να αυτοκτονήσουν τουλάχιστον μία φορά. Οι Bell και Weinberg (1978) ανέφεραν ότι σχεδόν 20% των αντρών που μελέτησαν είχαν σκεφτεί πολύ σοβαρά να αυτοκτονήσουν. Μια μεταγενέστερη μελέτη για γκέι εφήβους που έφυγαν από το σπίτι τους έδειξε ότι το 33% των παιδιών αυτών είχε υποστεί βία εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους, οι μισοί από τους γονείς τους. Οι γκέι έφηβοι έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να σκεφτούν την αυτοκτονία από τους στρέιτ (Remafedi et al. 1998). Αν και δεν έχουν όλοι οι γκέι έφηβοι αυτοκτονικές τάσεις, αυτές οι στατιστικές δείχνουν πόσο απελπισμένοι μπορεί να είναι. Πέρα από την τάση για αυτοκτονία, οι γκέι έφηβοι εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα κατάθλιψης.
Η ντουλάπα

Σχεδόν πάντα ένας γκέι περνά ένα στάδιο κατά το οποίο δυσκολεύεται να αποδεχτεί την ομοφυλοφιλία του, είτε στον εαυτό του είτε στους άλλους. Αυτοί που κρύβουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα στην καθημερινή γλώσσα λέγεται ότι είναι κρυμμένοι, «στην ντουλάπα».

Οι γκέι άντρες αναπτύσσουν ήδη από την εφηβεία τεχνικές κρυψίματος, οι οποίες πολύ συχνά διατηρούνται και στην ενήλικη ζωή, ως και τα γηρατειά, παρότι οι συνθήκες γύρω τους έχουν αλλάξει και είναι πιο φιλικές και ανοιχτές ως προς την αποδοχή τους.

Ο βασικός λόγος που κάποιος μένει στην ντουλάπα είναι επειδή φοβάται πως αν αποκαλύψει το μυστικό του θα προκληθεί κάποια μεγάλη καταστροφή: θα πληγωθούν οι δικοί του, θα πληγωθεί ο ίδιος, θα απορριφθεί, θα απομονωθεί, θα περιγελαστεί κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, πολλοί γκέι γίνονται εξαιρετικά επιδέξιοι στο να κρύβουν τη σεξουαλικότητά τους, το ένοχο μυστικό τους. Δυστυχώς, αρκετά συχνά αυτή η μυστικότητα γίνεται γενικευμένη στάση απέναντι στη ζωή, παρεμποδίζοντας όλες τις εκφράσεις συναισθήματος και την οικειότητα με τους άλλους. Είναι αδύνατον για έναν άνθρωπο να αναπτύξει υγιείς, αμοιβαίες σχέσεις με άλλους ανθρώπους αν ένας τόσο σημαντικός τομέας της ζωής του, η σεξουαλικότητά του, παραμένει μυστική. Η ερωτική και συντροφική ζωή μας (ακόμα και η έλλειψή της) είναι από τους βασικότερους πυλώνες γύρω από τους οποίους σχετιζόμαστε με άλλους ανθρώπους ως φίλοι.

Η αορατότητα αυτή οδηγεί σε μια εξαφάνιση. Όπως λέει ένας γκέι έφηβος: «Πάντα προσπαθούσα να περνάω απαρατήρητος. Ευχόμουνα να μη με βλέπουν, ώστε να μη γίνομαι στόχος κοροϊδιών. Δεν αντιδρούσα ποτέ στα πειράγματα, ελπίζοντας να πάψουν να με κοροϊδεύουν. Η μοναδική μου στρατηγική στο σχολείο ήταν να εξαφανίζομαι. Κι όταν με χτύπαγαν, καθόμουν και τις έτρωγα. Μία φορά που αντέδρασα και τους χτύπησα, ήταν λες και τους έδωσα την ευκαιρία να με χτυπήσουν ακόμα περισσότερο. Οπότε καθόμουν και τις έτρωγα, ελπίζοντας να βαρεθούν και να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου. Κρυβόμουν και έλπιζα να μη με προσέξει κανείς».

Ένας κρυφός γκέι συχνά απομονώνει τα ομοφυλοφιλικά συναισθήματά του και την ομοφυλοφιλική ζωή του από την οικογένειά του, τους γνωστούς του, συχνά ακόμα και από τον ίδιο του τον εαυτό, σαν να είναι κάτι που συμβαίνει και ταυτόχρονα δεν συμβαίνει. Όπως λένε ούτε ένας ούτε δύο γκέι: «Ανέκαθεν ήξερα ότι είμαι γκέι, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου». Το να μην παραδεχτούν τη σεξουαλικότητά τους μοιάζει με «λύση»: αν την αρνηθούν με αρκετή επιμονή και ζήλο, αν βγαίνουν με γυναίκες, θα τους περάσει. Φυσικά, ποτέ δεν περνάει. Μερικοί γκέι άντρες, που έχουν πειστεί ότι μια γκέι ζωή είναι σίγουρα καταδικασμένη και οδηγεί στη μοναξιά και τη δυστυχία, διατηρούν το μυστικό τους και συνεχίζουν να ζουν δύο ζωές.

Η ντουλάπα είναι το μέρος όπου κρύβεται κάποιος για να νιώσει ασφάλεια. Το πρόβλημα είναι ότι αρκετοί εξακολουθούν να το χρησιμοποιούν ακόμα και όταν αυτή η ανάγκη δεν υπάρχει πια.

ΠΗΓΗ....http://denyal.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails