
Η υιοθεσία αποτελεί από τα αρχαία χρόνια έναν τρόπο πλήρους ένταξης ενός παιδιού σε μια οικογένεια άλλη από την βιολογική
του. Μέσω τη υιοθεσίας το παιδί ανήκει στους γονείς που το υιοθετούν και έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με κάθε παιδί – δηλαδή και οι γονείς του κατά κάποιο τρόπο του ανήκουν εξίσου. Η υιοθεσία αποτελεί μία πράξη νομική (τα θέματα υιοθεσίας και αναδοχής ρυθμίζονται σήμερα από τον νόμο 2447/96), κοινωνική αλλά και ψυχοσυναισθηματική που κατά κύριο λόγο συμβαίνει προς όφελος ενός παιδιού. Ένα παιδί που βρίσκεται για διάφορους λόγους χωρίς τους βιολογικούς γονείς του, ή με βιολογικούς γονείς που αδυνατούν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στο γονεϊκό τους ρόλο, είναι δυνάμει ένα παιδί προς υιοθεσία, δηλαδή ένα παιδί για το οποίο μπορούν να βρεθούν γονείς ή μια άλλη οικογένεια να το συμπεριλάβει στους κόλπους της. Η υιοθεσία δεν θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτή ως απλώς η πάσει θυσία ικανοποίηση της επιθυμίας ενός άτεκνου ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, αλλά κυρίως ως η ευτυχής σύμπτωση αυτής της επιθυμίας με την πραγματική ανάγκη ενός παιδιού να αποκτήσει ένα νέο και σταθερό οικογενειακό περιβάλλον. Μια παρόμοια αντίληψη διαφυλάσσει από βεβιασμένες πράξεις υιοθεσίας.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα διάφορα θέματα που ανακύπτουν από την υιοθεσία, θα ήταν χρήσιμο να μπορέσουμε να καταλάβουμε την έννοια της γονεϊκότητας στις πολλαπλές της διαστάσεις, τη βιολογική, τη κοινωνική, την συμβολική, την ψυχοσυναισθηματική. Η οικογένεια, όπως και η γονεϊκότητα, δεν αποτελούν καταστάσεις (ή θεσμούς) που ορίζονται αποκλειστικά και μόνο από την βιολογία ή το "αίμα". Ένα παιδί ορίζεται εν μέρει μόνο από τις στενά νοούμενες βιολογικές καταβολές των γονιών του. Σε μεγάλο βαθμό πλάθεται από τις αλληλεπιδράσεις μαζί τους, από τον τρόπο ύπαρξης του στο εσωτερικό μιας οικογένειας, από τον συναισθηματικό κόσμο των σχέσεων μέσα στις οποίες διαμορφώνεται. Ο κόσμος των πρώιμων αλληλεπιδράσεων γονιών-παιδιού στα πρώτα χρόνια της ζωής αποτελεί συγχρόνως ένα ψυχοσυναισθηματικό και ένα "βιολογικό" περιβάλλον, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό ένας κόσμος αισθήσεων μέσα στον οποίο "κολυμπά" ένα παιδί και χάρη στον οποίον ένα παιδί αναπτύσσεται. Καμία βιολογική λειτουργία δεν ασκείται ικανοποιητικά ως προς την ανάπτυξη ενός παιδιού αν δεν επενδυθεί με συναίσθημα (π.χ. η διατροφή ενός παιδιού αν καταντήσει μία απλή και μηχανική προσπάθεια θρέψης ενός παιδιού οδηγεί σε σοβαρά ψυχοσωματικά προβλήματα). Επίσης καμία ψυχική λειτουργία επικοινωνίας γονιών-παιδιού δεν υφίσταται σε άυλη μορφή, καθώς πάντα διαμεσολαβείται από σωματικές εκδηλώσεις (πχ χάδια, κυρίως στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού) ή από τη γλώσσα. Για τον λόγο αυτό η "κληρονομικότητα" και η "βιολογία" παίζουν πολύ λιγότερο ρόλο από αυτόν που συνήθως πιστεύουμε ως προς τη διαμόρφωση ενός παιδιού και κακώς αποδίδονται σε αυτές συμπεριφορές των παιδιών που σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται σε άλλους παράγοντες. Αντιθέτως, η σαφήνεια του οικογενειακού πλαισίου και η ειλικρίνεια σε ό,τι αφορά την καταγωγή και την ιστορία ενός παιδιού, μπορούν να παίξουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο για την υγιή δόμηση του ψυχισμού ενός παιδιού, "ξεκαθαρίζοντας" το οικογενειακό τοπίο από μία συσσώρευση αμήχανων ψεμάτων που δηλητηριάζουν τις σχέσεις και αποδιοργανώνουν ένα παιδί ή του κλονίζουν κάθε αίσθημα εμπιστοσύνης και ασφάλειας.
Είναι πλέον κοινά αποδεκτό σε επιστημονικό επίπεδο ότι τα υιοθετημένα παιδιά πρέπει να ενημερώνονται όσο το δυνατόν νωρίτερα, ήδη από μικρή ηλικία, για την υιοθεσία. Η ενημέρωση αυτή καλό είναι να γίνεται με απλά λόγια που βρίσκουν οι ίδιοι οι γονείς για να μιλούν στα παιδιά τους, σαν μια ιστορία καταγωγής και ένταξης του παιδιού σε μια οικογένεια που έχει τη δική της ιστορία. Δεν υπάρχουν έτοιμες και τυποποιημένες φράσεις για το πως θα μιλήσει ένας γονιός στο παιδί του. Μια παρόμοια τυποποίηση θα καταργούσε κάθε αυθορμητισμό των γονιών και τελικά θα οδηγούσε σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη γονεϊκή ιδιότητα. Εκφράσεις όπως "το παιδί της καρδιάς" και "το παιδί της κοιλιάς", ιδιαίτερα όταν διατυπώνονται με αμήχανο τρόπο, μπορούν να προκαλέσουν περισσότερη σύγχυση στα παιδιά. Είναι καλό οι γονείς, με απλά λόγια, να διηγούνται σταδιακά στο παιδί την ιστορία του και να είναι ανοιχτοί στις ερωτήσεις του παιδιού, συζητώντας μαζί του με φυσικό τρόπο. Στην αντίθετη περίπτωση, το γεγονός της υιοθεσίας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε οικογενειακό μυστικό, φορτισμένο με αισθήματα ντροπής και ενοχής, που θα επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις γονιών και παιδιού. Επιπλέον τα παιδιά ερμηνεύουν ενδείξεις του περιβάλλοντος (π.χ. σιωπές, πράγματα που δεν λέγονται, συζητήσεις γονιών μεταξύ τους) και αντιλαμβάνονται ότι κάτι σημαντικό κρύβουν οι γονείς τους απ’ αυτά. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ισχυρές αναστολές στην περιέργεια των παιδιών και να έχει σοβαρές συνέπειες στην ψυχονοητική ανάπτυξή τους. Πολλές φορές το μυστικό της υιοθεσίας αποκαλύπτεται στα παιδιά από τρίτα πρόσωπα (π.χ. ένας συνομήλικος τους) με δραματικές συνέπειες ως προς την εμπιστοσύνη των παιδιών στους γονείς τους.
Σοβαρές οικογενειακές κρίσεις δημιουργούνται πολλές φορές κατά την περίοδο της εφηβείας, όταν το υιοθετημένο παιδί ζητά να μάθει περισσότερα πράγματα για την καταγωγή του και τους βιολογικούς του γονείς. Αυτό συχνά εκλαμβάνεται από τους θετούς γονείς ως μία αμφισβήτηση του γονεϊκού τους ρόλου και της αγάπης τους. Πρόκειται για μια μεγάλη παρεξήγηση. Το υιοθετημένο παιδί απλώς έχει την ανάγκη να γνωρίσει την ιστορία του (βασική ανάγκη της εφηβείας) και δεν αμφισβητεί σε τίποτα την αγάπη του για τους γονείς του ή την αγάπη τους γι’ αυτό, ούτε την θέση του μέσα στην οικογένεια. Αποτελεί πάντα ένα λεπτό θέμα το πως θα αναφερθούν οι θετοί γονείς στους βιολογικούς γονείς, κυρίως απέναντι στο ερώτημα ενός παιδιού "Γιατί με εγκατέλειψαν?". Είναι σημαντικό να μπορεί να διαφυλαχτεί η αξιοπρέπεια των βιολογικών γονιών στα μάτια ενός υιοθετημένου παιδιού, γιατί έτσι διαφυλάσσεται και η αξιοπρέπεια του ίδιου του παιδιού.
Πολλοί γονείς εγκαταλείπουν τα παιδία τους σε ένα ίδρυμα ή τα δίνουν για υιοθεσία, γιατί αυτό αποτελεί την καλύτερη λύση διασφάλισης ενός μέλλοντος για τα παιδιά τους. Μπορούμε δηλαδή σε πολλές περιπτώσεις να αντιληφθούμε την πράξη εγκατάλειψης ως μια πράξη αγάπης προς το παιδί.
Το υιοθετημένο παιδί έχει να λύσει αινίγματα που συχνά σε πιο ήρεμη μορφή απασχολούν όλα τα παιδιά, όπως το ερώτημα "πώς έρχονται τα παιδιά στον κόσμο;". Η ίδια η υιοθεσία θέτει με πολύ κρίσιμο τρόπο το ζήτημα του τι σημαίνει να είναι κανείς γονιός (σημαίνει μόνο συγγένεια εξ αίματος;) και σε τι συνίσταται η γονεϊκότητα. Επιπλέον το υιοθετημένο παιδί φέρει μια ιστορία όπου πολλές από τις ασυνείδητες φαντασιώσεις των παιδιών αποτελούν στη δική του περίπτωση μια πραγματικότητα. Πολλά παιδιά φαντάζονται κάποια στιγμή ότι οι γονείς τους δεν είναι οι "πραγματικοί" γονείς τους. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν οι γονείς πάρουν τις κουβέντες αυτές των παιδιών κατά γράμμα, πόσο μάλλον δε αν οι γονείς έχουν υιοθετήσει το παιδί τους και πάρουν κυριολεκτικά στα σοβαρά αυτού του είδους τη συζήτηση με το παιδί τους, προσπαθώντας να αποδείξουν στο παιδί γιατί είναι γονείς, ή ζώντας μια μεγάλη αμφιβολία ως προς το αν είναι πράγματι γονείς. Η αμηχανία και η σιωπή των γονιών αποτελούν ένα μεγάλο εμπόδιο στην προσπάθεια του να καταλάβει τα τόσο σημαντικά πράγματα που το αφορούν και που σε κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα το απασχολήσουν. Πολλές φορές η αμηχανία αυτή εκφράζεται με παράδοξους τρόπους, όπως με μια συνεχή αναφορά από την πλευρά των γονιών στο θέμα της υιοθεσίας, ή με πάρα πολλά λόγια σχετικά με αυτήν ή με μια υπερβολική δημόσια κοινοποίησή της.
Ισως το πιο ιδιαίτερο θέμα και το πιο κρίσιμο ερώτημα που μπορούν να απασχολήσουν τα υιοθετημένα παιδιά δεν αφορούν τόσο τους θετούς γονείς αλλά τους βιολογικούς γονείς. Πίσω από το ερώτημα "ποιοι να είναι αυτοί" και πίσω από τη λεγόμενη αναζήτηση των ριζών κρύβεται συχνά ένα άλλο αγωνιώδες ερώτημα, που πολλές φορές το παιδί δεν τολμά καν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα "γιατί με απέρριψαν, γιατί με εγκατέλειψαν;". Αυτό είναι ένα ερώτημα φορτωμένο με ενοχές, καθώς το παιδί μπορεί να φαντάζεται ότι το ίδιο πιθανόν να φταίει γι’ αυτή την πρωταρχική απόρριψη ("μήπως ήμουν ένα παιδί που δεν άξιζε να κρατήσουν;"). Επιπλέον, η ενοχή μπορεί να "κυκλοφορήσει" στο εσωτερικό της θετής οικογένειας και να συντονιστεί στο διαπασών με ασυνείδητα αισθήματα ενοχής των θετών γονιών ("μήπως πήραμε το παιδί κάποιων άλλων;"), δημιουργώντας τότε μία πολύ δύσκολη και κάποιες φορές εκρηκτική κατάσταση – ειδικά αν όλα αυτά δεν μπορούν να μιληθούν μέσα στην οικογένεια. Ακόμη χειρότερα, αν στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα που δημιουργείται "φορτωθεί" στην ίδια την υιοθεσία ή στην κακή κληρονομικότητα του παιδιού – δηλαδή σε αυτό που το ίδιο υποτίθεται ότι φέρει μέσα του ως κληροδότημα μιας κακής "βιολογίας" που προέρχεται από τους γεννήτορες. Όπως όμως το υιοθετημένο παιδί είναι εξ ίσου παιδί με όλα τα άλλα παιδιά –και κατά βάθος ως παιδί πρέπει να μας ενδιαφέρει πρώτιστα και όχι ως υιοθετημένο παιδί – έτσι και η θετή οικογένεια είναι εξίσου οικογένεια με όλες τις άλλες. Το υιοθετημένο παιδί, όπως όλα τα παιδιά, δεν υπάρχει μόνο του. Αυτό που συμβαίνει από την πλευρά του παιδιού βρίσκεται πάντα σε μια δυναμική σχέση με αυτά που συμβαίνουν από την πλευρά των γονιών.
Γ. Αμπατζόγλου
ΠΗΓΗ...http://www.childmentalhealth.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου