
Η έννοια της αναδοχής καλύπτει μια λειτουργία ευρύτατα
διαδεδομένη σε κοινωνικό επίπεδο, που εκτείνεται από την περιστασιακή φύλαξη ενός παιδιού (π.χ. το baby-sitting ή μια βραχύχρονη φιλοξενία) μέχρι την πλήρη ανάληψη ενός παιδιού από μια οικογένεια που δεν είναι η βιολογική του οικογένεια. Η αναδοχή μπορεί να είναι μια ανεπίσημη συμφωνία μεταξύ ενός βιολογικού γονιού και ενός ενηλίκου που φροντίζει το παιδί του (που ασκεί δηλαδή μεγάλο μέρος των καθηκόντων ενός γονιού), αλλά και ένας κοινωνικός ή και θεραπευτικός θεσμός, ο οποίος επιχορηγείται και ελέγχεται από το κράτος (τοποθέτηση ενός παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια). Στις περιπτώσεις αναδοχής, η νομική υπόσταση του παιδιού σε σχέση με τους βιολογικούς του γονείς δεν μεταβάλλεται, το κύριο όμως μέρος της καθημερινής φροντίδας του ανατίθεται στους ανάδοχους γονείς. Για το λόγο αυτό οι καταστάσεις αναδοχής κινούνται συχνά σε ένα επίπεδο λεπτών ισορροπιών και απαιτούν σαφή ορισμό των ρόλων καθώς και υποστηρικτική, συμβουλευτική ή και θεραπευτική βοήθεια από την πλευρά των υπηρεσιών που προωθούν λύσεις αναδοχής για παιδιά που μεγαλώνουν σε ανεπαρκές οικογενειακό περιβάλλον από την πλευρά της βιολογικής τους οικογένειας.
Μια ανάδοχη οικογένεια υποδέχεται στους κόλπους της ένα παιδί για μια ορισμένη χρονική περίοδο, που μπορεί να καλύπτει και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, χωρίς όμως η κατάσταση αυτή να προκαλεί την αλλαγή της ταυτότητας του παιδιού, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις υιοθεσίας (αυτό αποτελεί και μια πολύ βασική διαφορά μεταξύ υιοθεσίας και αναδοχής). Φροντίζει για το σύνολο των αναγκών του παιδιού και συνήθως αμείβεται για τη φροντίδα αυτή.
Το οικονομικό ζήτημα της αποζημίωσης, της αμοιβής ή και του μισθού μιας ανάδοχης οικογένειας αποτελεί ένα θέμα που συζητιέται πολύ, καθώς αποκτά όχι μόνο μία πρακτική αλλά και μία συμβολική διάσταση. Η αναδοχή υποδηλώνει μια ηθική και γενναιόδωρη στάση, που προϋποθέτει την ικανότητα να ασχολείται κανείς με επάρκεια σε όλα τα επίπεδα (πρακτικά, παιδαγωγικά, συναισθηματικά) με το παιδί κάποιου άλλου. Είναι σημαντικό όμως να υπογραμμίζεται η διαφορά της από την υιοθεσία και η οικονομική διάσταση του θέματος μπορεί να αποτελέσει και έναν συμβολικό παράγοντα διαφοροποίησης. Η ίδια η κατάσταση της αναδοχής μπορεί να γεννήσει στο παιδί μία εσωτερική σύγκρουση, μεταξύ της επιθυμίας του να επιστρέψει στη βιολογική του οικογένεια και της επιθυμίας του να “αφεθεί” στην ανάδοχη οικογένεια, να “υιοθετηθεί” από αυτήν. Συγχρόνως, μπορεί να θέσει τις δυο οικογένειες σε μία κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ τους. Για όλους αυτούς τους λόγους, που μπορεί να είναι γενεσιουργοί εσωτερικών και εξωτερικών εντάσεων, η συμβουλευτική, υποστηρικτική ή και θεραπευτική βοήθεια σε οικογένειες και παιδιά μπορεί να κριθεί απαραίτητη. Μια σωστή τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια εξασφαλίζεται μόνο όταν οι υπηρεσίες έχουν εξαντλήσει προηγουμένως κάθε δυνατότητα διατήρησης ενός παιδιού στα πλαίσια της βιολογικής του οικογένειας και στη συνέχεια προσπαθήσουν να διασφαλίσουν κάθε υποστηρικτική βοήθεια στην ανάδοχη οικογένεια, στο παιδί και στη βιολογική οικογένεια.Οι παράγοντες που ωθούν προς την κατεύθυνση της αναδοχής είναι οι εξής:
παράγοντες που σχετίζονται με την απουσία των γονιών εξαιτίας θανάτου ή εγκατάλειψης
καταστάσεις κρίσης στην οικογένεια όπως ψυχικά ή σωματικά νοσήματα, μακροχρόνιες νοσηλείες, φυλάκιση μελών της οικογένειας
παράγοντές που αναφέρονται στην ανάγκη για προστασία ενός παιδιού που έχει κακοποιηθεί, παραμεληθεί ή βρίσκεται σε κίνδυνο.
Συνήθως κανένας από τους παραπάνω παράγοντες δεν αποτελεί μόνος του αιτία τοποθέτησης, αλλά ο συνδυασμός παραγόντων μπορεί να λειτουργήσει ιδιαίτερα επιβαρυντικά και να οδηγήσει στη λύση της αναδοχής. Η απόφαση για τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια λαμβάνεται μετά από ιδιαίτερη και σε βάθος αξιολόγηση της κάθε περίπτωσης. Φυσικά διερευνάται πάντα και η δυνατότητα συγγενικής αναδοχής.
Είναι σημαντικό να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση μεταξύ υιοθεσίας και αναδοχής. Η σύγχυση αυτή, η οποία έχει ιστορικές και νομικές καταβολές στην Ελλάδα και που πολλές φορές επιτείνεται από την πλευρά των κοινωνικών υπηρεσιών, στην κακώς νοούμενη προσπάθειά τους να “εξυπηρετήσουν” κάποιες οικογένειες, μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για την εξέλιξη μιας αναδοχής ή και του ίδιου του παιδιού. Είναι επίσης σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις να επιδιώκεται η συνεργασία κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας του παιδιού.
Είναι σημαντικό σε περιπτώσεις τοποθέτησης ενός παιδιού σε μια ανάδοχη οικογένεια να αποφεύγονται από την πλευρά των υπηρεσιών κάποιες απλουστεύσεις ή και προκαταλήψεις που τελικά δυσκολεύουν την καλή πορεία μιας αναδοχής, όπως για παράδειγμα οι παρακάτω :
η πεποίθηση ότι το παιδί χρειάζεται απλώς απομάκρυνση από τους “κακούς” γονείς και μια καλή φροντίδα σε ένα νέο οικογενειακό πλαίσιο. Αυτή η πεποίθηση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της τις εσωτερικές συγκρούσεις του παιδιού, αλλά ούτε και τις πιθανές δυνατότητες συνεργασίας των δύο οικογενειών.
η πεποίθηση ότι η ανάδοχη μητέρα πρέπει να είναι μία “ιδανική” μητέρα. Η επιβάρυνση μιας αναδοχής με τέτοιου είδους προσδοκίες προκαλεί την συνεχή ενοχοποίηση μιας ανάδοχης μητέρας, υπονομεύοντας έτσι την καλή πορεία μιας αναδοχής.
η υπερβολική ταύτιση των λειτουργών και των υπηρεσιών με κάποια πλευρά της κατάστασης και ο διαχωρισμός σε “καλούς” και “κακούς” ή πιο συγκεκριμένα σε ενόχους και σε θύματα.
ΠΗΓΗ...http://www.childmentalhealth.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου